Έχεις ηθική; Μάλλον έχεις. Αν υφίστανται στο μυαλό σου οι αντίθετες έννοιες του καλού και του κακού, τότε έχεις με σιγουριά. Και κάθε φορά που κρίνεις κάτι, που το κατατάσσεις δηλαδή στο στρατόπεδο του καλού ή του κακού, φανερώνεις πτυχές αυτής της ηθικής.
Η “διαδικασία κατάταξης” όμως στο ένα ή στο άλλο στρατόπεδο είναι ίσως σημαντικότερη από την οριοθέτηση των στρατοπέδων. Ο “σκληροπυρηνικός” κατατάσσει διαφορετικά από τον “διαφωτισμένο”, η βασική τους διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι ο πρώτος αντιλαμβάνεται την ηθική ως κάτι παγιωμένο και άκαμπτο, ενώ ο δεύτερος αντιλαμβάνεται την ηθική στην υλική της διάσταση, άρα ως κάτι που μεταβάλλεται και χειραγωγείται.
Αλλά ακόμα και εδώ υπάρχουν διαβαθμίσεις. Αν πούμε πως “ο Χ σκότωσε τον Υ”, τότε ο πλέον σκληροπυρηνικός ήδη στο άκουσμα της λέξης “σκότωσε” θα κατατάξει την πράξη του Χ, του αρκεί αυτή η πληροφορία. Στο άλλο άκρο ο πλέον διαφωτισμένος στο άκουσμα της πρότασης “ο εγκληματίας σκότωσε το παιδί” θα επιφυλαχθεί να κατατάξει το γεγονός πριν γνωρίσει το πλαίσιο αυτής της πράξης.
Η περαιτέρω διαφορά του σκληροπυρηνικού από τον διαφωτισμένο – που στην ουσία είναι το αποτέλεμα της αντίληψή τους για την ηθική – είναι ότι ο πρώτος δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφισβήτησης της θέσης του. Είναι ένα είδος “πίστευε και μη ερεύνα” που τον εγκλωβίζει σε ένα συγκεκριμένο σημείο. Από την άλλη ο διαφωτισμένος είναι διατεθημένος διαρκώς να αναιρεί την ορθότητα της οπτικής του αν κρίνει ότι συντρέχουν λόγοι γι΄ αυτό. Ο πρώτος λοιπόν ζει εγκλωβισμένος μεν, σε σταθερότητα δε, ενώ ο δεύτερος σε μια συνεχή ρευστότητα.
Δίπλα στην ραχοκοκκαλιά της ηθικής, του διαχωρισμού δηλαδή του κακού από το καλό, υφίστανται μύριοι άλλοι διαχωρισμοί όπως μεταξύ του δίκαιου και του άδικου, της αλήθειας και του ψέματος, του εχθρού και του φίλου, του στρατιώτη που μάχεται για την ελευθερία και του τρομοκράτη. Εδώ φαίνεται ότι στην ηθική παρεισφρέουν στοιχεία ιδεολογικά, πολιτισμικά ή ακόμα και στοιχεία που αφορούν στο ατομικό (και σε προέκταση αυτού στο κοινωνικοπολιτικό) συμφέρον.
Η ηθική είναι ένα κατασκεύασμα που διαχωρίζει. Κυρίαρχο είναι το υποκειμενικό στοιχείο που χαράζει την διαχωριστική γραμμή. Η υποκειμενικότητα βέβαια αυτής της διαχωριστικής γραμμής, άρα η ρευστότητά της, γίνεται αντιληπτή μόνο από τον διαφωτισμένο, για τον σκληροπυρηνικό πρόκειται για έναν σχεδόν αντικειμενικό όριο. Αν μια κοινωνία βασίζεται στα σκληροπυρηνικά στοιχεία της, διαθέτει δηλαδή ατσαλένια ηθική με άκαμπτες διαχωριστικές γραμμές, τότε έχει ελάχιστες πιθανότητες να αλλάξει, να μεταλλαχθεί. Αντίθετα αν στηρίζεται στα διαφωτισμένα στοιχεία της τότε έχει ένα ισχυρό δυναμικό εξέλιξης διατρέχοντας όμως τον κίνδυνο αποκοπής από τις ρίζες της.
Και η επιστήμη; Υπάρχει ηθική στην επιστήμη; Όχι, θα απαντούσε ίσως κάποιος αυθόρμητα. Οι κατηγορίες του καλού και του κακού δεν υφίστανται στην επιστήμη. Στην κοινωνιολογία δεν υπάρχουν κακές και καλές κοινωνικές ομάδες, στην ψυχιατρική ο επαγγελματίας δολοφόνος δεν χαρακτηρίζεται κακός άνθρωπος, ούτε ο “καλός Σαμαρείτης” καλός. Σε έναν χώρο κυριαρχούμενο από τον ορθολογισμό της αιτίας και του αποτελέσματος η ηθική δεν έχει θέση.
Εφόσον λοιπόν στην επιστήμη (εντός των συνόρων της) δεν υφίσταται ηθική, δεν υφίσταται δηλαδή και η υποκειμενικότητα του διαχωρισμού μεταξύ του καλού και του κακού, μπορεί αυτή να αποτελέσει ιδανικό φίλτρο αντικειμενικοποίησης απόψεων.
Ας μην ξεχνάμε – για να πάρουμε ένα ακραίο ιστορικό παράδειγμα – πως ο ναζιστικός αντισημιτισμός στηρίχθηκε στην δήθεν βιολογικά αποδεδειγμένη κατωτερότητα των Εβραίων σε σχέση με την αρία φυλή. Γενικότερα ο ρατσισμός εκφράζεται συχνά ως ποιοτική διαφορά στο DNA. Η αναγωγή στην επιστήμη με σκοπό την αντικειμενικοποίηση μιας άποψης είναι επικίνδυνη, διότι στερεί από τον μη ειδικό, δηλαδή από την πλειοψηφία των πολιτών, την ευκαιρία να κρίνει κάτι ως σωστό ή λάθος. Το “επιστημονικά αποδεδειγμένο” είναι πιο δύσκολο να αμφισβητηθεί ακόμα και από το “από τον θεό ορισμένο”, γιατί η αμφισβήτηση του δεύτερου μπορεί να δηλώνει απιστία ενώ του πρώτου δηλώνει μάλλον βλακεία και αμορφωσιά.
Η επιστήμη συνδιαμορφώνει κατά μεγάλο βαθμό τον τρόπο που ζούμε και σκεφτόμαστε. Έχει την δύναμη να αποτελέσει και αυτή μηχανισμό διαμόρφωσης σκληροπυρηνικών αντιλήψεων όταν στρατευθεί. Και τότε, ακόμα και οι διαφωτισμένοι έχουν μεγάλη δυσκολία να απορρίψουν το “επιστημονικά αποδεδειγμένο”, γιατί είναι σαν να απορρίπτουν ένα κομμάτι του ίδιου τους του εαυτού, ένα εργαλείο που αποδέχονται ως ανιχνευτή της πραγματικότητας.
Και τελικά σχεδόν χαριτολογώντας τίθεται η ερώτηση: αν θεωρητικά όλη η επιστημονική κοινότητα είχε συμφέροντα στις μεγάλες καπνοβιομηχανίες του κόσμου, ποιός θα αποκάλυπτε την βλαπτικότητα του καπνίσματος;
Κανένας ή μήπως κάποιοι “ηθικοί” επιστήμονες;