Feeds:
Άρθρα
Σχόλια

Έχεις ηθική; Μάλλον έχεις. Αν υφίστανται στο μυαλό σου οι αντίθετες έννοιες του καλού και του κακού, τότε έχεις με σιγουριά. Και κάθε φορά που κρίνεις κάτι, που το κατατάσσεις δηλαδή στο στρατόπεδο του καλού ή του κακού, φανερώνεις πτυχές αυτής της ηθικής.

Η “διαδικασία κατάταξης” όμως στο ένα ή στο άλλο στρατόπεδο είναι ίσως σημαντικότερη από την οριοθέτηση των στρατοπέδων. Ο “σκληροπυρηνικός” κατατάσσει διαφορετικά από τον “διαφωτισμένο”, η βασική τους διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι ο πρώτος αντιλαμβάνεται την ηθική ως κάτι παγιωμένο και άκαμπτο, ενώ ο δεύτερος αντιλαμβάνεται την ηθική στην υλική της διάσταση, άρα ως κάτι που μεταβάλλεται και χειραγωγείται.

Αλλά ακόμα και εδώ υπάρχουν διαβαθμίσεις. Αν πούμε πως “ο Χ σκότωσε τον Υ”, τότε ο πλέον σκληροπυρηνικός ήδη στο άκουσμα της λέξης “σκότωσε” θα κατατάξει την πράξη του Χ, του αρκεί αυτή η πληροφορία. Στο άλλο άκρο ο πλέον διαφωτισμένος στο άκουσμα της πρότασης “ο εγκληματίας σκότωσε το παιδί” θα επιφυλαχθεί να κατατάξει το γεγονός πριν γνωρίσει το πλαίσιο αυτής της πράξης.

Η περαιτέρω διαφορά του σκληροπυρηνικού από τον διαφωτισμένο – που στην ουσία είναι το αποτέλεμα της αντίληψή τους για την ηθική – είναι ότι ο πρώτος δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφισβήτησης της θέσης του. Είναι ένα είδος “πίστευε και μη ερεύνα” που τον εγκλωβίζει σε ένα συγκεκριμένο σημείο. Από την άλλη ο διαφωτισμένος είναι διατεθημένος διαρκώς να αναιρεί την ορθότητα της οπτικής του αν κρίνει ότι συντρέχουν λόγοι γι΄ αυτό. Ο πρώτος λοιπόν ζει εγκλωβισμένος μεν, σε σταθερότητα δε, ενώ ο δεύτερος σε μια συνεχή ρευστότητα.

Δίπλα στην ραχοκοκκαλιά της ηθικής, του διαχωρισμού δηλαδή του κακού από το καλό, υφίστανται μύριοι άλλοι διαχωρισμοί όπως μεταξύ του δίκαιου και του άδικου, της αλήθειας και του ψέματος, του εχθρού και του φίλου, του στρατιώτη που μάχεται για την ελευθερία και του τρομοκράτη. Εδώ φαίνεται ότι στην ηθική παρεισφρέουν στοιχεία ιδεολογικά, πολιτισμικά ή ακόμα και στοιχεία που αφορούν στο ατομικό (και σε προέκταση αυτού στο κοινωνικοπολιτικό) συμφέρον.

Η ηθική είναι ένα κατασκεύασμα που διαχωρίζει. Κυρίαρχο είναι το υποκειμενικό στοιχείο που χαράζει την διαχωριστική γραμμή. Η υποκειμενικότητα βέβαια αυτής της διαχωριστικής γραμμής, άρα η ρευστότητά της, γίνεται αντιληπτή μόνο από τον διαφωτισμένο, για τον σκληροπυρηνικό πρόκειται για έναν σχεδόν αντικειμενικό όριο. Αν μια κοινωνία βασίζεται στα σκληροπυρηνικά στοιχεία της, διαθέτει δηλαδή ατσαλένια ηθική με άκαμπτες διαχωριστικές γραμμές, τότε έχει ελάχιστες πιθανότητες να αλλάξει, να μεταλλαχθεί. Αντίθετα αν στηρίζεται στα διαφωτισμένα στοιχεία της τότε έχει ένα ισχυρό δυναμικό εξέλιξης διατρέχοντας όμως τον κίνδυνο αποκοπής από τις ρίζες της.

Και η επιστήμη; Υπάρχει ηθική στην επιστήμη; Όχι, θα απαντούσε ίσως κάποιος αυθόρμητα. Οι κατηγορίες του καλού και του κακού δεν υφίστανται στην επιστήμη. Στην κοινωνιολογία δεν υπάρχουν κακές και καλές κοινωνικές ομάδες, στην ψυχιατρική ο επαγγελματίας δολοφόνος δεν χαρακτηρίζεται κακός άνθρωπος, ούτε ο “καλός Σαμαρείτης” καλός. Σε έναν χώρο κυριαρχούμενο από τον ορθολογισμό της αιτίας και του αποτελέσματος η ηθική δεν έχει θέση.

Εφόσον λοιπόν στην επιστήμη (εντός των συνόρων της) δεν υφίσταται ηθική, δεν υφίσταται δηλαδή και η υποκειμενικότητα του διαχωρισμού μεταξύ του καλού και του κακού, μπορεί αυτή να αποτελέσει ιδανικό φίλτρο αντικειμενικοποίησης απόψεων.

Ας μην ξεχνάμε – για να πάρουμε ένα ακραίο ιστορικό παράδειγμα – πως ο ναζιστικός αντισημιτισμός στηρίχθηκε στην δήθεν βιολογικά αποδεδειγμένη κατωτερότητα των Εβραίων σε σχέση με την αρία φυλή. Γενικότερα ο ρατσισμός εκφράζεται συχνά ως ποιοτική διαφορά στο DNA. Η αναγωγή στην επιστήμη με σκοπό την αντικειμενικοποίηση μιας άποψης είναι επικίνδυνη, διότι στερεί από τον μη ειδικό, δηλαδή από την πλειοψηφία των πολιτών, την ευκαιρία να κρίνει κάτι ως σωστό ή λάθος. Το “επιστημονικά αποδεδειγμένο” είναι πιο δύσκολο να αμφισβητηθεί ακόμα και από το “από τον θεό ορισμένο”, γιατί η αμφισβήτηση του δεύτερου μπορεί να δηλώνει απιστία ενώ του πρώτου δηλώνει μάλλον βλακεία και αμορφωσιά.

Η επιστήμη συνδιαμορφώνει κατά μεγάλο βαθμό τον τρόπο που ζούμε και σκεφτόμαστε. Έχει την δύναμη να αποτελέσει και αυτή μηχανισμό διαμόρφωσης σκληροπυρηνικών αντιλήψεων όταν στρατευθεί. Και τότε, ακόμα και οι διαφωτισμένοι έχουν μεγάλη δυσκολία να απορρίψουν το “επιστημονικά αποδεδειγμένο”, γιατί είναι σαν να απορρίπτουν ένα κομμάτι του ίδιου τους του εαυτού, ένα εργαλείο που αποδέχονται ως ανιχνευτή της πραγματικότητας.

Και τελικά σχεδόν χαριτολογώντας τίθεται η ερώτηση: αν θεωρητικά όλη η επιστημονική κοινότητα είχε συμφέροντα στις μεγάλες καπνοβιομηχανίες του κόσμου, ποιός θα αποκάλυπτε την βλαπτικότητα του καπνίσματος;
Κανένας ή μήπως κάποιοι “ηθικοί” επιστήμονες;


Η μεταβατική γενιά

(Μια πρώτη προσέγγιση της γενιάς του Big Brother και του Seattle)

Γενιές και γενιές

Όταν χρησιμοποιεί κανείς τον όρο “γενιά” είτε αναφέρεται στον ηλικιακό διαχωρισμό των γενεών που ορίζει την νέα γενιά ως τα 30 χρόνια, τη μέση από τα 30 ώς τα 60 και την παλιά γενιά από τα 60 και πάνω, είτε αναφέρεται – όπως και αυτό το άρθρο – στον κοινωνιολογικό διαχωρισμό των γενεών που ως κριτήριο έχει την σύγκλιση μιας ευρείας ομάδας ανθρώπων σε συγκεκριμένες πεποιθήσεις (και συγκεκριμένη εποχή) και τον αντίκτυπο αυτών στην κοινωνία. Έτσι μιλάμε για την “γενιά του Μάη του ‘68″ που είχε ξεκάθαρο ιδεολογικό περίγραμμα τόσο για την μορφή της κοινωνικής οργάνωσης όσο και για έναν τρόπο ζωής με διαφορετική ηθική και αξίες. Ανάλογα, στον ελληνικό χώρο, θα μπορούσε να αναφερθεί η “γενιά του πολυτεχνείου” που με πόλο συσπείρωσης το αίτημα για δημοκρατία αποτέλεσε την αρχή του τέλους της δικτατορίας. Βέβαια αυτές οι “ετικέτες” πολιτογραφήθηκαν πολύ αργότερα από την εποχή που έδρασαν αυτές οι “γενιές”, για ιστορικούς κυρίως λόγους, και προϋπόθεση για αυτή την πολιτογράφηση ήταν η ιστορικά διαπιστωμένη επίρροή τους στην πορεία της κοινωνίας.

Η “μεταβατική γενιά” – με την οποία ασχολείται και το παρόν άρθρο – είναι η γενιά που ανδρώνεται σήμερα, η γενιά που έχει ξεφύγει – και ηλικιακά – από τον εφηβικό ενθουσιασμό και αρχίζει να πλάθει την δική της διανόηση, να θέτει τα δικά της αιτήματα. Είναι η γενιά που ήδη συναισθάνεται ή θα έπρεπε να συναισθάνεται την ευθύνη της απέναντι στις γενιές που ακολουθούν και σε ότι αφορά τον πλανήτη, και σε ότι αφορά την μορφή της παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας.

Γιατί “μεταβατική”;

Η μεταβατική γενιά μεγάλωσε με τον φόβο του πυρηνικού ολοκαυτώματος ως ενδεχόμενο της διαρκούς ψυχρής σύγκρουσης δύο υπερδυνάμεων που όριζαν την τύχη του κόσμου. Μεγάλωσε με την ύπαρξη δύο διαφορετικών ιδεολογιών και κόσμων, δύο διαφορετικών μορφών οργάνωσης της κοινωνίας. Επίσης μεγάλωσε στα όρια του εθνικού κράτους, έζησε τον πολιτικό φανατισμό της δεκαετίας του ‘80, έζησε την πολιτική ως αντικείμενο συζήτησης και αντιπαράθεσης ήδη στην εφηβική παρέα. Η μεταβατική γενιά έκανε επίσης την εμπειρία τού παραδοσιακού ρόλου της γυναίκας αποκλειστικά ως νοικοκυράς και μητέρας. Γενικότερα έζησε την γυναίκα είτε στο πρόσωπο της γιαγιάς, είτε – βέβαια λιγότερο – της μητέρας σε θέση δυσμενέστερη του αντρός. Τέλος έζησε τα δύο κρατικά τηλεοπτικά κανάλια ΕΡΤ και ΥΕΝΕΔ, το παιχνίδι στην αλάνα της γειτονιάς, την βέργα στο σχολείο, την ζωή χωρίς υπολογιστή και βέβαια χωρίς διαδίκτυο.

Μεγαλώνοντας όμως και φτάνοντας στο σήμερα η μεταβατική γενιά παρακολούθησε μια δέσμη από σημαντικές αλλαγές και πρώτα απ’ όλα την μετάβαση από το δίπολο κομουνισμού – καπιταλισμού στην παγκοσμιοποιημένη φιλελεύθερη κοινωνία ή αλλιώς από τον ψυχρό πόλεμο στην (πολιτική, στρατιωτική, οικονομική, πολιτιστική) μονοκρατορία των ΗΠΑ. Έζησε επίσης την μετάβαση από την ιδεολογία και την πολιτικοποίηση (ή τον πολιτικό φανατισμό) στην διευρυμένη απολιτική στάση, στην κατανάλωση και στον ατομικισμό. Το εθνικό κράτος έγινε κομμάτι του ευρωπαικού και του παγκόσμιου παζλ και με την πτώση του τοίχους η μεταβατική γενιά έζησε την μετάλλαξη του σοσιαλισμού σε μια ιδιάζουσα μορφή φιλελευθερισμού. Επίσης έζησε την μετάβαση στην πλήρη απελευθέρωση της γυναίκας και την ισοτιμία της στην συνείδηση των αντρών και της κοινωνίας, την μετάβαση από την σεξουαλική απελευθέρωση που είχε εδραιωθεί με το αντισυλληπτικό χάπι στον φόβο του AIDS, από την θρυλική ανάμνηση του Woodstock στην Love parade του Βερολίνου, με άλλα λόγια από την ρόκ στην τέκνο κουλτούρα. Τέλος έκανε την εμπειρία της μετάβασης στην κοινωνία της πληροφορίας όπως επίσης και της μετατροπής του νόμου επιβίωσης στην ανταγωνιστική αγορά από το “ο μεγάλος τρώει τον μικρό” στο “ο γρήγορος τρώει τον αργό”.

Όλες αυτές οι εμπειρίες των τόσο γρήγορων και καθολικών αλλαγών θεωρώ πως είναι αδύνατον να μην σφραγίσουν μια γενιά. Ίσως μάλιστα – όπως εγώ υποστηρίζω – να είναι το καθοριστικό της στοιχείο. Σίγουρο είναι πως η μεταβατική γενιά αποτελεί τον συνδετικό κρίκο του παλιού με το νέο, άλλοι μιλάνε πολιτικά για την νέα τάξη πραγμάτων. Ένα νέο που καλείται να διαμορφώσει με τον δυναμισμό που ταιριάζει σε κάθε νέα γενιά.

Δύο τάσεις: Η μεταβατική γενιά του Big Brother και του Seattle

Η επιλογή των ονομάτων Big Brother και Seattle είναι αυθαίρετη και δεν επιδιώκει καμιά ουσιαστική σύνδεση με την τηλεοπτική σειρά Big Brother ή με την αρχή των κινητοποιήσεων κατά της παγκοσμιοποίησης στο Seattle. Χρησιμοποιώ αυτά τα ονόματα που έχουν μεγάλη συνειρμική δύναμη ως ακραία παραδείγματα για την σκιαγράφηση δύο τάσεων που καταγράφονται στη μεταβατική γενιά.

Η πρώτη και μαζικότερη τάση είναι η τάση που συμβιβάζεται με το γενικότερο καταναλωτικό περιβάλλον στα πλαίσια της οικονομίας της αγοράς και υπόκειται στην δικτατορία της μόδας γιατί την ανάγει συνειδητά σε μέντορα. Η αναζήτηση της ταυτότητας γίνεται με την ταύτιση στο καταναλωτικό πρότυπο είτε πρόκειται για την εμφάνιση, είτε για την ψυχαγωγία, τον τρόπο έκφρασης ή τον τρόπο ζωής γενικότερα. Η κατανάλωση διαμορφώνει την ατομική συμπεριφορά η οποία βέβαια εναρμονίζεται ή εντάσσεται στην μαζική ποπ κουλτούρα που με την σειρά της στοχεύει αποκλειστικά στην περαιτέρω κατανάλωση, δηλαδή στην διατήρησή της.

Η δεύτερη τάση εκφράζει την αντίδραση στο ρεύμα που περιγράφηκε και αποτελεί την μεγάλη μειοψηφία. Σε καμιά περίπτωση δεν αποδέχεται την κατανάλωση ως περιεχόμενο της ζωής, απορρίπτει τα καταναλωτικά πρότυπα, αντιστέκεται σε ότι προτάσσει του ανθρώπου και της φύσης – που τόσο υπέφεραν και υποφέρουν και από δεξιά και από αριστερά καθεστώτα – το κέρδος. Η αντίδραση αυτή και μόνο εκφράζει την πολιτικοποίηση της ομάδας αυτών των ανθρώπων και την ανησυχία τους για την μορφή που θα έχει το “αύριο”, όπως βέβαια και την απαίτησή τους να είναι μέτοχοι στην διαμόρφωσή του. Σημαντικό στοιχείο που αναδείκνύεται σε αυτή τους την προσπάθεια είναι η συλλογικότητα, με άλλα λόγια αντιστρατεύονται την διογκωμένη ατομική επιδείωξη της ευημερίας που ανθεί στις μέρες μας εμμένοντας στην ξεχασμένη συλλογική επιδίωξη της ευημερίας.

Η ιστορία του μέλλοντος

Ο χαρακτηρισμός “μεταβατική” προκύπτει από την πορεία της συγκεκριμένης γενιάς ως σήμερα, τα βιώματά της, την ως τώρα δράση της. Ποιά θα είναι η επίδραση της στην πορεία του κόσμου θα καταγραφεί στην ιστορία του μέλλοντος. Στην επιγραμματική απεικόνιση αυτής της γενιάς που επιχειρήθηκε σε αυτό το άρθρο διακρίνεται ίσως η έντονη ιδιομορφία της που οφείλεται κυρίως στην εμπειρία της μετάβασης από το παλιό στο νέο. Μια ιδιομορφία που δίνει ένα προτέρημα βιωμένης γνώσης στην μεταβατική γενιά.

Ο άνθρωπος είναι μια εύπλαστη μάζα που σταδιακά – διαμορφώνοντας ιδεολογία και συνήθειες – χάνει την ευκαμψία του. Έτσι φτιάχνει προσωπικότητα, αξίες, αρχές και με το ποιόν του συμβάλλει στο να γείρει η πλάστιγγα της κοινωνικής πραγματικότητας προς την μια ή την άλλη μεριά. Η επικοινωνία είναι – σε κάθε της μορφή – ο μοχλός ξεδίπλωσης αυτής της εξέλιξης του ανθρώπου από άβουλο άτομο σε κοινωνικό ον με ατομική και κοινωνική βούληση.

Για να εκφέρω την άποψή μου για την τέχνη σήμερα είναι απαραίτητη πρώτα η αποσαφήνιση κάποιων όρων που χρησιμοποιώ. Αυτοί οι όροι αποσκοπούν στον διαχωρισμό της έννοιας “επικοινωνία”, την οποία θεωρώ θεμελιακή όχι μόνο για την εξέλιξη του ανθρώπου, όπως προανέφερα, αλλά και για την κατανόηση του ρόλου της τέχνης.

Όταν μιλάμε για επικοινωνία προϋποθέτουμε την ύπαρξη τουλάχιστον δύο πλευρών. Διακρίνω τρεις διαφορετικές κύριες κατηγορίες επικοινωνίας. Κάθε κατηγορία έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Η πρώτη κατηγορία είναι η αμφίδρομη επικοινωνία, η επικοινωνία δηλαδή που συντελείται από δράση και άμεση αντίδραση δύο ισότιμων πλευρών, ακόμη και αν η μια πλευρά έχει ίσως προβάδισμα γνώσης ή λειτουργεί ως αυτή που καθορίζει τους όρους της επικοινωνίας. Τέτοιου είδους επικοινωνία έχουμε (ή πρέπει να έχουμε) στην οικογένεια, στο σχολείο, στο φιλικό αλλά και συγγενικό περιβάλλον κτλ.

Η δεύτερη κατηγορία είναι η εναυσματική επικοινωνία. Η εναυσματική επικοινωνία έιναι άρρηκτα δεμένη με την τέχνη. Πρόκειται για την επαφή ενός καλλιτεχνικού δημιουργήματος με τον αποδέκτη με αποτέλεσμα την διέγερση του αποδέκτη να επικοινωνήσει με άλλο αποδέκτη έχοντας ως βάση ή αλλιώς ως έναυσμα το συγκεκριμένο δημιούργημα. Η δράση και η αντίδραση δεν μπορεί εν γένει να συντελεστεί άμεσα σε αυτή την κατηγορία όπως στην αμφίδρομη επικοινωνία. Η τέχνη λειτουργεί βραδυφλεγώς στην κοινωνία δημιουργώντας μαζικότερη αντίδραση. Η εναυσματική επικοινωνία μπορεί να αποτελέσει, κατά την γνώμη μου, κριτήριο και μέτρο της ζωτικότητας και της δυναμικής της τέχνης σε μία συγκεκριμένη εποχή. Με άλλα λόγια θα έλεγα συνοψίζοντας οτί όσο εντονότερο είναι το έναυσμα που δίνει η τέχνη για επικοινωνία σε μια κοινωνία τόσο πιο ζωτικός και δυναμικός ο ρόλος της μέσα σε αυτήν.

Τέλος θέλω να αναφέρω τη μονόδρομη επικοινωνία. Ενώ οι δύο πρώτες κατηγορίες αποτελούν διαφορετικές μορφές επικοινωνίας με συγκεκριμένα όμως χαρακτηριστικά, η τρίτη αυτή “αντι-κατηγορία” αποτελεί την κατάληξη της αμφίδρομης ή της εναυσματικής επικοινωνίας όταν αυτές χάσουν ή αλλοιώσουν τα χαρακτηριστικά τους.
Η μονόδρομη επικοινωνία χαρακτηρίζεται από την αποδοχή χωρίς αντίδραση (μη δημοκρατικά καθεστώτα, αυταρχικές δομές π.χ. στην παράδοση, στρατό, θρησκεία κτλ.), από την παθητική κατανάλωση (σηριαλοποίηση κάθε καλλιτεχνικού δημιουργήματος, των ειδήσεων και γενικότερα της ενημέρωσης, στην ουσία αποφυγή λόγω ευκολίας κάθε προβληματισμού) ή από την ανυπαρξία δημοκρατικής συνείδησης (δεν αξιώνω τον εαυτό μου να αρθρώσει λόγο, να “αντιδράσει”) με την έννοια: “δεν είμαι μέτοχος και συνδημιουργός στην πορεία της ιστορίας”.

Με την βοήθεια των παραπάνω όρων θα προσπαθήσω να προσεγγίσω τον ρόλο της τέχνης σήμερα. Η ερώτηση που τίθεται είναι η εξής: Αν πούμε πως στην παρούσα ανάλυση τις δυο πλευρές επικοινωνίας αποτελούν η τέχνη και η κοινωνία τότε πως κρίνουμε ή αξιολογούμε αυτή την επικοινωνία; Με άλλα λόγια σε ποιό βαθμό μπορούμε να μιλάμε για εναυσματική επικοινωνία; Ή πρόκειται για μια στην ουσία μονόδρομη επικοινωνία;
Η άποψη μου είναι ότι σήμερα τείνουμε με όλο και πιο γρήγορα βήματα στη μονοδρόμηση της επικοινωνίας μεταξύ της τέχνης και της κοινωνίας. Τα αίτια εντοπίζονται κυρίως στο γεγονός ότι ο πολιτισμός ή αλλιώς η “καλλιτεχνική έκφραση” στο οικονομικό καθεστώς της ελεύθερης αγοράς – όπως και σε κάθε καθεστώς – μετατρέπεται σε μηχανισμό στήριξης αυτού. Στηρίζει με λίγα λόγια τον καταναλωτισμό, ο οποίος δεν αποτελεί απλά μια συμπεριφορά αλλά νοοτροπία και πλέον βασικό περιεχόμενο της ζωής μας. Ο άνθρωπος – καταναλωτής έχει καταντήσει ένα ατροφικό ψυχοπνευματικό πλάσμα, έχοντας όμως σαν αντίβαρο απέναντι σε αυτήν την μιζέρια μια πληθώρα υλικών “αγαθών” ή αλλιώς ένα υπερτροφικό οικονομικοκαταναλωτικό εγώ.

Σε αυτά τα πλαίσια το κοινό αναγνωρίζει όλο και εντονότερα μόνο την ψυχαγωγική πλευρά της τέχνης, αναζητά μόνο την ανάλαφρη διασκέδαση. Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό της μονόδρομης επικοινωνίας, η παθητική κατανάλωση. Η τέχνη καταναλώνεται σαν ένα εναλλακτικό αλλά στην ουσία ίδιου περιεχομένου με τα τηλεοπτικά σήριαλ προϊόν. Αυτή η συμπεριφορά εκμηδενίζει την εναυσματική επικοινωνία που μπορεί να γεννήσει στο κοινό το καλλιτεχνικό δημιούργημα. Επιλέγοντας την παθητική κατανάλωση απογυμνώνεται το οποιοδήποτε έργο από την εναυσματική του λειτουργία.

Η μονοδρόμηση της επικοινωνίας συντελείται όμως και εξαιτίας του γεγονότος οτι σήμερα η πλειοψηφία της κοινωνίας έχει χάσει την δημοκρατική της συνείδηση με την έννοια ότι είναι πλέον διάχυτη η αίσθηση της ροής του ιστορικού γίγνεσθαι προς μια και μοναδική κατεύθυνση και χωρίς δυνατότητα παρέκκλισης. Έτσι το κοινό απαξιώνει τον εαυτό του από μια πιθανή αντίδραση. Συγχρόνως όμως απαξιώνει και την τέχνη μη περιμένοντας από αυτή να αποτελέσει τροχοπέδη στην ξέφρενη αυτή ροή.

Ολοκληρώνοντας θα ήθελα να γυρίσω πίσω στον εναυσματικό χαρακτήρα της τέχνης ως ένα από τα πιθανά κριτήρια αξιολόγησης του ρόλου της σε μια εποχή και να επισημάνω ότι μένουν ανοιχτά τα μεγάλα ερωτήματα που αφορούν την “ποιότητα” του εναύσματος όπως και την “ποιότητα” της επικοινωνίας.


Κάπως έτσι αρχίζει…

Έψιλον: Ήρθα. Νομίζω αμέσως. Ηρέμησες καθόλου; Μάλλον όχι. Που να ηρεμήσεις. Υπάρχουν όμως και χειρότερα, σίγουρα υπάρχουν, η πίκρα του χωρισμού είναι πίκρα πολυτελείας. Άλλοι πεινούν, άλλοι πεθαίνουν κι άλλοι νιώθουν πόνο ερωτικό. Πόνο πολυτελείας, επιμένω.
Άλκης: Ο πόνος είναι πόνος. Και είναι σκληρός, πολύ σκληρός.
Έψιλον: Υπερβάλλεις. Στο κάτω κάτω το είχαμε προβλέψει προ καιρού. Της το είχες πει εσύ ο ίδιος μάλιστα. Τι κυνισμός. Να σε σπρώχνω στο γκρεμό και ύστερα να λυπάμαι που γκρεμοτσακίστηκες.
Άλκης: Εσύ είσαι τέλειος. Ορθογώνιος, δεν ξεφεύγει χιλιοστό. Είσαι όμως άψυχος, ένα δεκανίκι είσαι, όργανο, δεν ζεις.
Έψιλον:
Μην ξεστρατίζεις. Πες μας μόνο, τώρα, μετά τον χωρισμό, πώς αισθάνεσαι; Πώς αισθάνεται ο φταίχτης; Μην κρύβεσαι, ξέρεις πως δεν μπορείς να μου ξεφύγεις.
Άλκης: Φταίχτης;
Έψιλον: Είμαι αυστηρός κριτής, έτσι με έπλασες. Δεν ανέχομαι ψεύτικα ελαφρυντικά. Ακούς;
Άλκης: Φταίχτες υπάρχουν όπου υπάρχουν θύματα. Δεν έχουμε θύματα, άρα μην ψάχνεις και για φταίχτες.
Έψιλον: Τότε πες μου, γιατί με φώναξες, αφεντικό; Αμέσως ήρθα, έτοιμος για πάλη, για να παλέψουμε δεν με φώναξες; Ή μήπως για καθησυχασμό, για δάφνες, για τον λυτρωτικό ακρωτηριασμό; Επιχειρήματα θα βρούμε, πάντα βρίσκονται επιχειρήματα για καθησυχασμό.
Άλκης: Είσαι σκληρός. Αν δεν πήγαζες μέσα από το μυαλό μου θα σε έλειωνα. Μην στεναχωριέσαι όμως, θα σου δώσω τις απαντήσεις που θες, όλες. Έχω ήδη μπει στην διαδικασία της ψηλάφισης.
Έψιλον: Γιατί τελικά θες να παλέψεις; Η πάλη με τον πόνο δεν γιατρεύει τίποτα. Παράτα τα, με τον χρόνο βλέπεις τα πράγματα στην πραγματική τους διάσταση, τότε μόνο μπορούν να σε αλλάξουν. Τώρα στριφογυρίζεις μόνο μέσ’ τη πληγή. Πολύ κακό για το τίποτα.
Άλκης: Ο πόνος σ΄αλλάζει, σε ξυπνά όσο είναι ακόμα ζεστός.
Έψιλον: Θες λοιπόν να τον κρατήσεις ζεστό. Λέγε τότε, εσύ το διάλεξες, άνοιξε το στόμα σου και μίλα, τι περιμένεις; Φταίχτη. Μίλα φταίχτη.
Άλκης: Με έχεις ήδη καταδικάσει. Δεν θα σου πω κουβέντα.
Έψιλον: Κάνε όπως καταλαβαίνεις. Εγώ ήρθα γιατί με ζήτησες, μην κοιτάς τα σκληρά μου λόγια. Αυτά είναι το απόσταγμα της κοινής μας πεποίθησης. Δεν μ΄αφήνεις εσύ να ξεφύγω από αυτή. Αφού θες να ζεις χωρίς μάσκα, έτσι δεν είναι; Αν άλλαξες βέβαια γνώμη…
(βγάζει από την τσέπη του βαφτικά και αρχίζει να τον μακιγιάρει)
(Ο Άλκης αρχίζει να μιλά μηχανικά, χωρίς ψυχή)
Άλκης: Αυτή φταίει. Εγώ της είχα εξηγηθεί από την αρχή. Τέτοιος άνθρωπος είμαι, έτσι σκέφτομαι, έτσι ζω, αυτές είναι οι προτεραιότητές μου. Δεν άντεξε τον τρόπο που βλέπω την ζωή, ήθελε άλλα, ήθελε φρου φρου κι αρώματα. Γι’ αυτό έφυγε, γι’ αυτό με εγκατέλειψε. Ότι είχε να πάρει το πήρε, και έφυγε ευχαριστημένη, όταν τα αισθήματα της με προσπέρασαν, έληξαν σαν γιαούρτι, έφυγε ευχαριστημένη. Δεν με νοιάζει λοιπόν αφού είναι έτσι, καλά έκανε. Η επόμενη παρακαλώ.
(αφού η Δόμνα περνώντας μπροστά του του πετά στο πρόσωπο ένα ποτήρι νερό ο Έψιλον του βγάζει το μέικ απ)
Άλκης: Την είδες; Έφυγε ξανά. Με προσπέρασε.
Στην αρχή νιώθεις ένα σφίξιμο στο στομάχι, μια πυρωμένη βαριά σφαίρα που πετά τις σπίθες της σε όλο το σώμα. Σα στερητικό σύνδρομο είναι. Μετά από λίγο καιρό το σφίξιμο φεύγει από το στομάχι και ανεβαίνει στο μυαλό, επεξεργάζεσαι την απουσία με το μυαλό σου πλέον, η ανάμνηση όμως τρυπά το μυαλό και χύνεται μέσα σου. Μα ζεις ακόμα μαζί της, ζεις με την απουσία της, η απουσία της έχει σάρκα και οστά. Μετά όταν ξεθωριάζει και αυτή έρχεται η αμνησία. Το σταυροδρόμι έχει πια χαθεί στο βάθος του ορίζοντα.
Έψιλον: Και αυτή; Αυτή πως νιώθει, πως ζει, τι κάνει;
Άλκης: Δεν ξέρω. Αμνησία από την αρχή. Δεν ξέρω.
Έψιλον: Μήπως… Ήδη…
Άλκης: Σταμάτα. Δεν ξέρω. Βλέπω την αντρική σου σκιά να κάθεται πάνω στην πιο ευαίσθητη γωνιά της ψυχής μου.
Έψιλον: Της αντρικής σου ψυχής.
Άλκης: Άκουσέ με. Είναι σημαντική η πορεία μετά το τέλος. Θα μπορούσε να αλλάξει τα πάντα, να αναιρέσει το ίδιο το θεατρικό.
Έψιλον: Η πορεία μετά το τέλος πιο σημαντική από την πορεία πριν από το τέλος; Είναι δυνατόν;
Άλκης: Ναι, τουλάχιστον για την έκβαση αυτού του έργου. Και την δημιουργία του.
Έψιλον: Και για την ζωή; Πόσο σημαντική είναι για την ίδια την ζωή;
Άλκης: Μα το έργο είναι ζωή.

Όλο το θεατρικό στην κατηγορία “Θεατρικά – Σενάρια – Πεζά”

« Νεότερες Αναρτήσεις